Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, στο Ναύπλιο, η δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας διέκοψε βίαια μια προσπάθεια εθνικής ανασυγκρότησης. Σήμερα, 195 χρόνια αργότερα, το γεγονός εξακολουθεί να θέτει δύσκολα ερωτήματα για την εξουσία, τους θεσμούς, τη διχόνοια και το τίμημα της πολιτικής βίας.
Το πρωινό εκείνης της Κυριακής, ο Ιωάννης Καποδίστριας κατευθυνόταν προς τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Στην είσοδο της εκκλησίας τον περίμεναν ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Η επίθεση με πυροβόλο όπλο και μαχαίρι έβαλε τέλος στη ζωή του ανθρώπου που είχε αναλάβει να μετατρέψει μια καθημαγμένη επαναστατημένη χώρα σε οργανωμένη πολιτεία. Η Ελλάδα έχανε τον Κυβερνήτη της προτού προλάβει να στερεώσει τους θεσμούς που θα της επέτρεπαν να αντέχει ακόμη και την απώλεια του ηγέτη της.
Η επέτειος της 27ης Σεπτεμβρίου 2026 συμπληρώνει 195 χρόνια από ένα έγκλημα που ξεπερνά τα όρια μιας προσωπικής τραγωδίας. Για την ημερολογιακή ακρίβεια, η 27η Σεπτεμβρίου 1831 αναφέρεται στο Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε τότε στην Ελλάδα και αντιστοιχεί στην 9η Οκτωβρίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Η ιστορική επέτειος έχει καθιερωθεί στην ελληνική μνήμη με την παλαιά ημερομηνία.
Η δολοφονία του Καποδίστρια παραμένει συγκλονιστική επειδή συμπυκνώνει ένα θεμελιώδες πρόβλημα της ελευθερίας: η αποτίναξη της ξένης κυριαρχίας δεν εξασφαλίζει αυτόματα ούτε κοινά αποδεκτή εξουσία ούτε λειτουργικούς θεσμούς. Μετά τον πόλεμο ακολουθεί μια διαφορετική, εξίσου απαιτητική δοκιμασία: ποιος κυβερνά, με ποια νομιμοποίηση, με ποιους περιορισμούς και προς όφελος ποιων.
Για να κατανοήσουμε εκείνο το πρωινό, χρειάζεται να κοιτάξουμε πέρα από την τελευταία διαδρομή του Κυβερνήτη. Να εξετάσουμε το έργο του, τις αντιστάσεις που συνάντησε, τις δικές του επιλογές και το περιβάλλον μέσα στο οποίο η πολιτική αντιπαράθεση κατέληξε σε φόνο. Η ιστορική δικαιοσύνη απαιτεί να αναγνωρίζουμε την προσφορά χωρίς αγιογραφία, να ασκούμε κριτική χωρίς συμψηφισμούς και να καταδικάζουμε το έγκλημα χωρίς να απλοποιούμε την εποχή.
Από την Κέρκυρα στην ευρωπαϊκή διπλωματία
Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε το 1776 στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, σε οικογένεια της τοπικής αριστοκρατίας. Σπούδασε Ιατρική στην Πάδοβα, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα Νομικής και Φιλοσοφίας, και επέστρεψε στο νησί του για να ασκήσει το ιατρικό λειτούργημα. Η δημόσια δράση του αναπτύχθηκε αρχικά στην Επτάνησο Πολιτεία, όπου απέκτησε εμπειρία στη διοίκηση και στην οργάνωση της εκπαίδευσης.
Η μετέπειτα σταδιοδρομία του στη ρωσική διπλωματία τον έφερε στο κέντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Συνδέθηκε με τη διαμόρφωση της ελβετικής πολιτειακής οργάνωσης, συμμετείχε στις μεγάλες διαπραγματεύσεις της μεταναπολεόντειας περιόδου και αναδείχθηκε σε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας. Μετά τη διαφωνία του με τη ρωσική πολιτική απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, απομακρύνθηκε από την ενεργό υπηρεσία και εργάστηκε από τη Γενεύη υπέρ της ελληνικής υπόθεσης.
Αυτή η διαδρομή εξηγεί γιατί η επιλογή του για τη διακυβέρνηση της Ελλάδας είχε ιδιαίτερο βάρος. Διέθετε διεθνείς γνωριμίες, διοικητική εμπειρία και προσωπικό κύρος σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική υπόθεση κρινόταν ταυτόχρονα στα πεδία των συγκρούσεων και στα ευρωπαϊκά διπλωματικά γραφεία.
Η γνώση της Ευρώπης αποτελούσε σημαντικό πλεονέκτημα. Δεν αρκούσε, όμως, για να γεφυρώσει από μόνη της τις εσωτερικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Η χώρα που ανέλαβε: Ελευθερία μέσα στα ερείπια
Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εξέλεξε τον Καποδίστρια Κυβερνήτη το 1827, με επταετή θητεία. Έφθασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828. Τον περίμεναν καταστροφές, εξαθλίωση, ανασφάλεια και μια κρατική συγκρότηση που παρέμενε εξαιρετικά εύθραυστη. Η παρουσία οθωμανικών και αιγυπτιακών δυνάμεων δεν είχε ακόμη τερματιστεί σε όλες τις περιοχές που διεκδικούσε η Επανάσταση.
Το πρόβλημα δεν ήταν απλώς η έλλειψη χρημάτων. Ήταν ότι σχεδόν κάθε δημόσια ανάγκη προϋπέθετε την αντιμετώπιση μιας άλλης. Για να λειτουργήσει η διοίκηση απαιτούνταν έσοδα. Για να υπάρξουν έσοδα απαιτούνταν παραγωγή, εμπόριο και ασφάλεια. Για να αποκατασταθεί η ασφάλεια χρειαζόταν οργανωμένη δύναμη που θα υπάκουε σε ενιαία αρχή. Και για να γίνουν όλα αυτά αποδεκτά, η κεντρική εξουσία έπρεπε να κερδίσει εμπιστοσύνη.
Αυτό ήταν το μέγεθος της αποστολής. Η ανεξαρτησία έπρεπε να αποκτήσει καθημερινό περιεχόμενο: τροφή, εργασία, σχολείο, δικαιοσύνη, στοιχειώδη προβλεψιμότητα. Η ύπαρξη σημαίας και κυβέρνησης δεν αρκεί όταν ο πληθυσμός εξακολουθεί να ζει μέσα στην εγκατάλειψη.
Η ανασυγκρότηση ως πολιτικό και κοινωνικό έργο
Η οικονομική οργάνωση αποτέλεσε βασικό πεδίο της καποδιστριακής προσπάθειας. Το 1828 ιδρύθηκε στην Αίγινα η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, με τη συνδρομή του φιλέλληνα Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου. Η πρωτοβουλία εντασσόταν στην αναζήτηση πόρων και στοιχειώδους οικονομικής συνοχής για τη νέα πολιτεία.
Στην ίδια προσπάθεια ανήκε ο φοίνικας, το πρώτο νόμισμα του νεοελληνικού κράτους. Το μυθικό πουλί που αναγεννιέται από τις φλόγες εξέφραζε εύγλωττα την εθνική προσδοκία. Η κοπή του νομίσματος το 1829 αποτελούσε πρακτική απόπειρα οργάνωσης των συναλλαγών και ταυτόχρονα δήλωση κρατικής υπόστασης.
Ωστόσο, το νόμισμα δεν μπορούσε να δημιουργήσει από μόνο του οικονομική ευρωστία. Η νομισματική οργάνωση χρειαζόταν παραγωγική βάση, δημόσια αξιοπιστία και επαρκείς πόρους. Η απόσταση ανάμεσα στον συμβολισμό της αναγέννησης και στις πραγματικές δυνατότητες της χώρας ήταν μεγάλη.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η φροντίδα για τα παιδιά που είχε αφήσει πίσω του ο πόλεμος. Το Ορφανοτροφείο της Αίγινας συνδύασε τη στέγαση και την περίθαλψη με την εκπαίδευση και την εκμάθηση επαγγελμάτων. Εργαστήρια, όπως εκείνα της τυπογραφίας, της βιβλιοδεσίας, της ραπτικής και της υποδηματοποιίας, συνέδεαν την προστασία των παιδιών με τη δυνατότητα μιας μελλοντικής αυτόνομης ζωής.
Εδώ αναδεικνύεται μια ουσιαστική πλευρά της παρακαταθήκης του: η ανασυγκρότηση της χώρας περνούσε και μέσα από την αποκατάσταση των ανθρώπων της. Ένα παιδί που αποκτούσε στέγη, μόρφωση και επαγγελματική προοπτική ήταν μέρος της οικοδόμησης του κράτους όσο και μια νέα διοικητική υπηρεσία.
Το μεγάλο πολιτειακό δίλημμα: Συγκέντρωση εξουσίας και συνταγματική ελευθερία
Η διακυβέρνηση του Καποδίστρια στηρίχθηκε στη συγκέντρωση εξουσιών. Τον Ιανουάριο του 1828, ύστερα από εισήγησή του που επικαλούνταν τις έκτακτες δυσκολίες της χώρας, η Βουλή αποδέχθηκε την αναστολή της λειτουργίας της και του Συντάγματος της Τροιζήνας.
Η επιλογή αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της διαμάχης γύρω από το πρόσωπό του. Ο Κυβερνήτης θεωρούσε ότι η επείγουσα κρατική οργάνωση απαιτούσε ισχυρή και αποτελεσματική κεντρική διεύθυνση. Οι επικριτές του έβλεπαν τον κίνδυνο να παγιωθεί μια εξουσία χωρίς επαρκείς θεσμικούς περιορισμούς.
Το δίλημμα ήταν πραγματικό. Μια κυβέρνηση χωρίς δυνατότητα εφαρμογής των αποφάσεών της δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την αποδιοργάνωση. Μια κυβέρνηση, όμως, που συγκέντρωνε υπερβολική δύναμη δυσκολευόταν να πείσει τους αντιπάλους της ότι η έκτακτη κατάσταση θα τελείωνε και ότι η πολιτική συμμετοχή θα διευρυνόταν.
Η ανάγκη αποτελεσματικής διοίκησης εξηγεί τον συγκεντρωτισμό· δεν καταργεί το ερώτημα της λογοδοσίας. Αντίστοιχα, η υπεράσπιση του Συντάγματος δεν καθιστά αυτομάτως κάθε αντίπαλο της κυβέρνησης ανιδιοτελή υπερασπιστή του δημόσιου συμφέροντος.
Η κατανόηση της εποχής προϋποθέτει ότι μπορούμε να κρατήσουμε και τις δύο αυτές αλήθειες ταυτόχρονα.
Ποιοι αντιδρούσαν και γιατί
Η αντιπολίτευση δεν αποτελούσε ενιαίο σώμα με κοινά κίνητρα. Περιλάμβανε προκρίτους, ισχυρούς πλοιοκτήτες, πολιτικούς παράγοντες και φιλελεύθερους διανοουμένους. Άλλοι αντιδρούσαν στην απώλεια τοπικής ισχύος και άλλοι στον περιορισμό των ελευθεριών. Ο Αδαμάντιος Κοραής, για παράδειγμα, ασκούσε κριτική στον αυταρχισμό της διακυβέρνησης.
Αυτό έχει σημασία επειδή συχνά η μνήμη οργανώνεται γύρω από δύο απόλυτες εικόνες: από τη μία ένας άμεμπτος σωτήρας και από την άλλη ένα συμπαγές σύνολο ιδιοτελών εχθρών. Ένα τέτοιο σχήμα προσφέρει εύκολη συγκίνηση, αλλά περιορισμένη ιστορική κατανόηση.
Η δημιουργία ενιαίου κράτους συνεπαγόταν ανακατανομή πραγματικής δύναμης. Η φορολογία, οι διορισμοί, η στρατιωτική διοίκηση και η διαχείριση των δημόσιων πόρων καθόριζαν ποιος μπορούσε να αποφασίζει και ποιος έπρεπε πλέον να υπακούει. Οι διαφωνίες αφορούσαν, επομένως, τόσο αρχές όσο και συμφέροντα.
Το δραματικό σημείο ήταν ότι οι συγκρούσεις αυτές δεν περιορίστηκαν σε ένα κοινά αποδεκτό θεσμικό πλαίσιο. Όταν κάθε παράταξη θεωρεί ότι η επικράτηση της άλλης απειλεί ολοκληρωτικά την ύπαρξή της, η δυνατότητα συμβιβασμού συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Η Μάνη, οι Μαυρομιχαλαίοι και η προσωπική διάσταση της σύγκρουσης
Στην περίπτωση της οικογένειας Μαυρομιχάλη, η αντιπαράθεση με την κεντρική εξουσία απέκτησε ιδιαίτερη ένταση. Η φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον οποίο η κυβέρνηση θεωρούσε υπεύθυνο για αντικυβερνητικές κινήσεις, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα της κλιμάκωσης.
Οι δύο δράστες της δολοφονίας δεν ήταν αδέλφια: ο Κωνσταντίνος ήταν αδελφός του Πετρόμπεη και ο Γεώργιος γιος του. Η συγγενική αυτή σχέση βοηθά να κατανοήσουμε την προσωπική διάσταση της αντιπαράθεσης.
Ο χαρακτηρισμός της οικογένειας μόνο ως «κοτζαμπάσηδων» δεν αρκεί για να εξηγήσει τη θέση της. Για την κατανόηση του γεγονότος έχει σημασία η σύνδεση της τοπικής εξουσίας με την οικογενειακή επιρροή και την αντίληψη της τιμής. Στο περιβάλλον αυτό, η σύγκρουση με την κυβέρνηση μπορούσε να βιώνεται συγχρόνως ως πολιτική ήττα και ως προσωπική ταπείνωση.
Αλλά η ερμηνεία δεν αποτελεί δικαιολόγηση. Καμία επίκληση οικογενειακής τιμής και καμία πολιτική διαφωνία δεν νομιμοποιεί τη δολοφονία. Η προσφυγή στην εκδίκηση ακυρώνει ακριβώς τη δυνατότητα να επιλύονται οι συγκρούσεις μέσω κανόνων που ισχύουν για όλους.
Από την πόλωση στην ένοπλη ρήξη
Πριν από τη δολοφονία, η αντιπαράθεση είχε ήδη φθάσει σε ακραία σημεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ανατίναξη δύο μεγάλων ελληνικών πολεμικών πλοίων στον Πόρο από τον Ανδρέα Μιαούλη, ο οποίος είχε περάσει στην αντικυβερνητική παράταξη. Το γεγονός φανέρωνε πόσο βαθιά είχε γίνει η εσωτερική ρήξη.
Το πολιτικό νόημα αυτής της καταστροφής είναι βαρύ. Μέσα στον ανταγωνισμό για την εξουσία, ένα πολύτιμο δημόσιο μέσο μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως προτιμότερο να καταστραφεί παρά να χρησιμοποιηθεί από τον αντίπαλο.
Από μια τέτοια λογική προκύπτει ένα διαχρονικό προειδοποιητικό συμπέρασμα: όταν το κοινό αγαθό ταυτίζεται αποκλειστικά με την παράταξή μας, η καταστροφή του μπορεί να εμφανιστεί ως αποδεκτή πολιτική επιλογή. Δεν σημαίνει ότι κάθε ακραία σύγκρουση οδηγεί αναπόφευκτα σε φόνο. Σημαίνει ότι η απαξίωση των κοινών θεσμών και των κοινών πόρων αποδυναμώνει τα όρια που συγκρατούν τη βία.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα όρια της βεβαιότητας
Η ελληνική κρίση εξελισσόταν μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον ανταγωνισμού. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία επηρέαζαν τις εξελίξεις, ενώ η προηγούμενη ρωσική σταδιοδρομία του Καποδίστρια βάραινε στην αντιμετώπισή του.
Η ιστορική έρευνα έχει εξετάσει διπλωματικές επαφές, υποψίες, καταγγελίες και ενδείξεις σχετικά με την εξωτερική διάσταση της αντικαποδιστριακής δράσης. Μελέτη δημοσιευμένη στο περιοδικό «Μνήμων», βασισμένη ιδιαίτερα σε ρωσικές αρχειακές πηγές, αναδεικνύει αυτή τη διάσταση και υποστηρίζει την ερμηνεία ενός οργανωμένου σχεδίου. Πρόκειται για συγκεκριμένη ιστοριογραφική προσέγγιση, η οποία πρέπει να διαβάζεται μαζί με την προέλευση και την οπτική των τεκμηρίων της.
Είναι απαραίτητο να διακρίνουμε την πολιτική εχθρότητα, την ενθάρρυνση μιας αντιπολίτευσης, την ενδεχόμενη γνώση ενός σχεδίου και την άμεση εντολή για φόνο. Πρόκειται για διαφορετικούς ισχυρισμούς, που απαιτούν διαφορετική απόδειξη.
Οι δύο φυσικοί αυτουργοί είναι γνωστοί. Η απόδοση συγκεκριμένης εντολής δολοφονίας σε ξένη κυβέρνηση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αυτονόητη συνέπεια της διπλωματικής αντιπαλότητας. Η σοβαρή ιστορική αφήγηση οφείλει να ξεχωρίζει τα επιβεβαιωμένα γεγονότα από τις ερμηνείες και τα ανοιχτά ερωτήματα.
Το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου
Στην είσοδο του Αγίου Σπυρίδωνα, η πολιτική σύγκρουση πήρε την πιο αμετάκλητη μορφή της. Ο Καποδίστριας δέχθηκε τη δολοφονική επίθεση καθώς προσερχόταν στον ναό. Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης σκοτώθηκε μέσα στα γεγονότα που ακολούθησαν. Ο Γεώργιος κατέφυγε στη γαλλική διπλωματική αντιπροσωπεία, παραδόθηκε στις αρχές και καταδικάστηκε σε θάνατο.
Οι επιμέρους αφηγήσεις για την ακριβή αλληλουχία των κινήσεων δεν χρειάζεται να μετατραπούν σε θεατρική αναπαράσταση για να αποδοθεί η βαρύτητα του γεγονότος. Ο ιστορικός πυρήνας είναι από μόνος του συντριπτικός: ο εν ενεργεία Κυβερνήτης δολοφονήθηκε σε δημόσιο χώρο, κατά τη συνήθη προσέλευσή του στην εκκλησία.
Η δημόσια έκφραση του πένθους καταγράφεται και στον Τύπο της εποχής. Η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» δημοσίευε σχετικές ειδήσεις, ψηφίσματα και περιγραφές των πένθιμων εκδηλώσεων με χαρακτηριστικό μαύρο περιθώριο. Τα τεκμήρια αυτά αποτυπώνουν τον συγκλονισμό που προκάλεσε η απώλεια.
Η βία είχε αφαιρέσει έναν άνθρωπο από τη ζωή και από τη χώρα τη δυνατότητα να κρίνει πολιτικά τη συνέχεια του έργου του.
Η επόμενη ημέρα: Η κρίση δεν τελείωσε με τον φόνο
Η δολοφονία δεν έφερε πολιτική συνεννόηση. Ακολούθησε μεταβατική διοίκηση με κεντρικό πρόσωπο τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, ενώ οι αντιπαραθέσεις συνεχίστηκαν. Η χώρα οδηγήθηκε τελικά στη νέα πολιτειακή πραγματικότητα της μοναρχίας, με την άφιξη του Όθωνα το 1833.
Χρειάζεται, πάντως, προσοχή στην αιτιώδη σύνδεση. Η μοναρχική λύση είχε ήδη ενταχθεί στις διεθνείς ρυθμίσεις πριν από τη δολοφονία: το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας του 1830 προέβλεπε και το πολίτευμα του νέου κράτους. Επομένως, ο φόνος του Κυβερνήτη δεν «δημιούργησε» από μόνος του τη μοναρχία.
Το σαφές συμπέρασμα είναι διαφορετικό: η φυσική εξόντωση του ηγέτη δεν έλυσε τις αντιθέσεις που είχαν οδηγήσει στην κρίση. Τα προβλήματα της νομιμοποίησης, της διοίκησης και της κατανομής της εξουσίας παρέμειναν.
Αυτό είναι ένα από τα σκληρότερα μαθήματα της υπόθεσης. Ο πολιτικός φόνος μπορεί να διακόψει μια διακυβέρνηση. Δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια καλύτερη.
Τι μπορούμε —και τι δεν μπορούμε— να πούμε για τη χαμένη ευκαιρία
Η ερώτηση επανέρχεται επίμονα: πώς θα είχε εξελιχθεί η Ελλάδα αν ο Καποδίστριας ζούσε περισσότερο;
Δεν υπάρχει ιστορικά αποδείξιμη απάντηση. Δεν γνωρίζουμε αν θα πετύχαινε ευρύτερη συμφιλίωση, αν θα προχωρούσε σε ουσιαστική συνταγματική ομαλοποίηση ή αν οι συγκρούσεις θα οξύνονταν περισσότερο. Η βεβαιότητα ότι θα έλυνε όλα τα μελλοντικά προβλήματα της χώρας ανήκει στην επιθυμία, όχι στην ιστορική γνώση.
Μπορούμε, ωστόσο, να διατυπώσουμε μια προσεκτικότερη αποτίμηση: η χώρα στερήθηκε βίαια έναν πολιτικό με σημαντική εμπειρία, διεθνή εμβέλεια και ήδη απτό έργο. Η συνέχιση της προσπάθειάς του δεν δοκιμάστηκε στην πράξη, ενώ η δυνατότητα ειρηνικής υπέρβασης της σύγκρουσης ακυρώθηκε από τους δολοφόνους.
Η χαμένη ευκαιρία βρίσκεται και στο ότι η πολιτική εξέλιξη υποκαταστάθηκε από το τετελεσμένο της βίας. Η ιστορία δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε το καλύτερο δυνατό μέλλον· μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε το μέγεθος της πραγματικής απώλειας.
Η μνήμη ενός Κυβερνήτη και η ευθύνη μιας πολιτείας
Εκατόν ενενήντα πέντε χρόνια μετά, η επέτειος της δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια έχει αξία όταν γίνεται αφορμή κατανόησης. Η συγκίνηση μπροστά στην τραγωδία είναι ανθρώπινη. Η ιστορική ευθύνη αρχίζει όταν επιχειρούμε να καταλάβουμε πώς μια κοινωνία που είχε αγωνιστεί για την ελευθερία έφθασε να βλέπει τον Κυβερνήτη της δολοφονημένο στο κατώφλι μιας εκκλησίας.
Ο Καποδίστριας αξίζει να μελετάται στο πραγματικό του μέγεθος: ως πολιτικός με σπουδαίες ικανότητες, ισχυρή αίσθηση αποστολής, σημαντικό έργο και επιλογές που προκάλεσαν βαθιές αντιδράσεις. Η αναγνώριση των συγκεντρωτικών χαρακτηριστικών της διακυβέρνησής του δεν μειώνει τη βαρύτητα του εγκλήματος. Η καταδίκη του εγκλήματος δεν απαιτεί να αποσιωπηθούν οι πολιτικές αντιφάσεις της εποχής. Η ώριμη μνήμη μπορεί να τιμά και συγχρόνως να εξετάζει.
Το ουσιαστικό ερώτημα που αφήνει πίσω του αφορά τη σχέση ανάμεσα στην ηγεσία και στους θεσμούς. Ένας ικανός κυβερνήτης μπορεί να επιταχύνει την ανασυγκρότηση. Η ανθεκτικότητα μιας πολιτείας, όμως, απαιτεί διοίκηση που λειτουργεί, δικαιοσύνη που εμπνέει εμπιστοσύνη και κανόνες που δεσμεύουν ακόμη και τους ισχυρούς. Απαιτεί επίσης τη δυνατότητα διαφωνίας χωρίς εξόντωση, αντιπολίτευσης χωρίς καταστροφή και άσκησης εξουσίας χωρίς την αξίωση του αλάθητου.
Η Ελλάδα του 1831 μάς καλεί να αναλογιστούμε πόσο δύσκολη είναι η μετάβαση από τον κοινό αγώνα στην κοινή πολιτεία. Στον πόλεμο μπορεί να ενώνονται άνθρωποι με διαφορετικές επιδιώξεις απέναντι στον ίδιο αντίπαλο. Στην ειρήνη χρειάζεται να συμφωνήσουν στους κανόνες της μεταξύ τους συνύπαρξης. Εκεί δοκιμάζεται η βαθύτερη αντοχή της ελευθερίας.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 η ζωή του Ιωάννη Καποδίστρια τελείωσε βίαια. Το ερώτημα που συνόδευε την προσπάθειά του παραμένει ανοιχτό για κάθε γενιά: πώς οργανώνεται μια χώρα ώστε η δημόσια εξουσία να υπηρετεί το σύνολο και οι συγκρούσεις να λύνονται χωρίς να καταστρέφουν το κοινό μέλλον;
Η ουσιαστικότερη τιμή στη μνήμη του είναι η απαίτηση για μια πολιτεία όπου κανείς δεν στέκεται πάνω από τους κανόνες και καμία πολιτική διαφωνία δεν δίνει δικαίωμα στη βία.
Discover more from Scripta manent
Subscribe to get the latest posts sent to your email.